Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

Καρναβάλι στη Ζάκυνθο γύρω στα 1840 – μέρος B΄


Ο Άγιος Λύπιος από το Βουβαλομάντρι, William Gell 1811 (Βρετανικό Μουσείο).

Κατά το τελευταίο δεκαπενθήμερο το Καρναβαλιού οι παραστάσεις της όπερας, αντί για τέσσερες με πέντε φορές την εβδομάδα, δίνονται κάθε βράδυ. Κάθε τόσο ένα είδος λαχειοφόρου, που λέγεται Τόμπολα, γίνεται μεταξύ των πράξεων, με την κλήρωση επί σκηνής. Οι λαχνοί έχουν αρκετά χαμηλή τιμή έτσι που να μπορεί να τους αγοράσει ο καθένας. Υπάρχουν τρία έπαθλα, η Quartina, η Cinquina και η Tombola. Κάθε λαχείο έχει δεκαπέντε τυχαίους αριθμούς κατανεμημένους σε τρεις οριζόντιες γραμμές, με πέντε αριθμούς στην κάθε μία. Ας υποθέσουμε ότι πουλιούνται 100 λαχνοί, κάθε ένας με διαφορετική σειρά ή συνδυασμό αριθμών, ενώ διπλότυπο του καθενός κρατιέται για έλεγχο. Όλοι οι χρησιμοποιούμενοι αριθμοί μπαίνουν κατόπιν σε μία σακούλα και τραβιούνται διαδοχικά από ένα αγόρι πάνω στη σκηνή, που τους αναγγέλλει δυνατά. Για μεγαλύτερη ευκολία αναγράφονται σε ένα μεγάλο πίνακα πάνω στη σκηνή καθώς αναγγέλλονται. Ο κάτοχος του λαχνού διαγράφει όποιο αριθμό τραβιέται και όποιος καταφέρει να ακυρώσει πρώτος όλους τους αριθμούς του κερδίζει την Tombola, ή πρώτο έπαθλο. Η Quartina και η Cinquina κερδίζονται αντίστοιχα από όποιον ακυρώσει πρώτος τέσσερεις ή πέντε αριθμούς μιας οριζόντιας σειράς.

Μία ανατολίτικη ζήλεια εναντίον των θηλυκών επικρατεί στη Ζάκυνθο. Ακόμη και η Βρετανική στρατιωτική κατοχή έχει τόσα χρόνια αποτύχει να την εξαφανίσει, αν και ίσως την έχει σε κάποιο βαθμό μειώσει. Για έντεκα μήνες το χρόνο οι γυναίκες είναι πολύ απομονωμένες. Τα παράθυρα είναι κλεισμένα με τζελουτζίες μιας παράξενης κατασκευής που δεν υπάρχει αλλού και σε μερικές οικογένειες εφαρμόζονται οι πιο αυστηροί περιορισμοί. Η έλλειψη μόρφωσης των θηλέων οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην παρεμβολή αυτών των προκαταλήψεων, που εμπλέκονται αναγκαστικά με την υποβολή των θυγατέρων τους στη συνήθη εκπαίδευση. Θυμάμαι τη διαβεβαίωση μιας Ζακυνθινής κυρίας ότι είχε κάποιες εξαδέλφες στις οποίες δεν επιτρεπόταν ποτέ να συναντήσουν οποιοδήποτε αρσενικό εκτός από τους πιο κοντινούς τους συγγενείς και οι οποίες αν διάβαζαν ποτέ ένα βιβλίο το κάνανε κρυφά, αφού ένας τέτοιος δρόμος προς τη γνώση απαγορευόταν αυστηρά από τον πατέρα τους. Έτσι συμβαίνει συχνά πολλές κυρίες να μην μπορούν να ικανοποιήσουν το πάθος τους για τη μουσική πηγαίνοντας στην όπερα έξω από την περίοδο του Καρναβαλιού, όταν, υπό τη σκέπη αδιαπέραστης μεταμφίεσης και προστατευμένες από το πρόστυχο βλέμμα των χυδαίων, αποσπάται μια διστακτική συναίνεση από τον πάτερ φαμίλια.

Το τελευταίο βράδυ του Καρναβαλιού ένας χορός μεταμφιεσμένων ακολουθεί τις παραστάσεις στο θέατρο, αλλά μόνο η πλέμπα παίρνει μέρος. Και όμως όλα τα θεωρεία είναι γεμάτα θεατές. Υπάρχει πληθώρα μασκών παντού στο κτίριο. Τα νεαρά μέλη της οικογένειας έρχονται μαζί σε αυτή την περίπτωση – σχηματίζονται οικογενειακές παρέες επιδιδόμενες ενεργητικά στην ευχάριστη απασχόληση του φαγητού και του πιοτού – ζεστά δείπνα σερβίρονται στα θεωρεία – και όλοι φαίνονται να προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις λίγες ώρες απόλαυσης που απομένουν, πριν μπει η Σαρακοστή με κατήφεια, νηστεία και αυταπάρνηση.  

Τίποτα τώρα δεν μεσολαβεί για να σπάσει το μακρύ και μονότονο διάστημα μέχρι το επόμενο Καρναβάλι, ή για να διακόψει τη ζηλόφθονη απομόνωση του ωραίου φύλου, εκτός ίσως, από κάποια εορτή αγίου, δίνοντας αφορμή είτε σε κάποια λιτανεία (όταν όλοι επιτρέπεται να βάζουν τα καλά τους και να κοιτάζουν έξω από το παράθυρο), ή διαφορετικά σε κάποιο εξοχικό πανηγύρι, το οποίο συνήθως γίνεται σε ένα από τα ειδυλλιακά προάστια της πόλης. Εκτός από τον ψηλό και απόκρημνο λόφο, πάνω στον οποίο στέκεται το Κάστρο και οι παλιές Βενετικές οχυρώσεις, υπάρχει μια σειρά μικρότερων δεντρόφυτων λοφίσκων στους πρόποδες του Όρους Σκοπός, προς τα δυτικά της πόλης της Ζακύνθου. Σε ένα μικρό βραχώδες ύψωμα εδώ, στέκεται ένα εκκλησάκι, προς το οποίο, στο πανηγύρι του Αγίου Λύπιου, κατευθύνεται το ζωντανό ρεύμα. Τα απότομα μονοπάτια και οι διάφορες ελικοειδείς προσβάσεις που οδηγούν στο κτίριο σφύζουν από ζωή και κίνηση σαν σε μυρμηγκοφωλιά. Το αυτί κουφαίνεται από το αδιάκοπο κουδούνισμα των καμπανών, το χλιμίντρισμα των αλόγων, το βουητό των φωνών, τις παράφωνες στριγκλιές από τις πίπιζες, το γδούπο των ταμπούρλων, ανακατεμένα με το εύθυμο γέλιο, και τις φωνές και προσκλήσεις των ευάριθμων πωλητών φρούτων, κρεατικών και γλυκών. Ο αέρας είναι γεμάτος με απολαυστικές μυρωδιές ψητών και τηγανιτών – ολόκληρα αρνιά γυρίζουν στις σούβλες πάνω από τα κάρβουνα της φωτιάς – κρασοβάρελα αδειάζουν από πρόσχαρες ψυχές που έχουν μια φυσική αντιπάθεια προς τους ξερούς και γεμάτους σκόνη λάρυγγες. Σε ένα τραπέζι εκεί δίπλα είναι μια δελεαστική παράταξη από κανάτες με αναψυκτικά σε κάθε ποικιλία λαμπερού χρώματος – τέτοια που θα έβαζε σε δοκιμασία τις ηθικές αναστολές οποιουδήποτε οπαδού της εγκράτειας. Ψωμί σε ιδιόρρυθμα σχήματα, σαλάτες, ελιές, χοιρομέρι, τρυγόνια ψητά και στην άρμη*, με πολλές ακόμα προκλήσεις στη γεύση, επιδεικνύονται παντού.

Σε ένα κεντρικό σημείο έχει αναγερθεί μια παράγκα, διακοσμημένη με σημαίες από έξω και με εικόνες κρεμασμένες εσωτερικά, συνήθως Γαλλικές έγχρωμες γκραβούρες (οι οποίες έχω προσέξει ότι φτάνουν και στα πιο απομονωμένα μέρη του κόσμου). Εδώ άντρες και αγόρια χορεύουν, με ελάχιστα διαλείμματα, στους ήχους απεχθέστατης μουσικής. Πέρα από το πυκνό πλήθος μικρές παρέες έχουν σκορπίσει προς όλες τις κατευθύνσεις, καθισμένοι κάτω από δέντρα και συμμετέχοντας στο κέφι. Άντρες, γυναίκες και παιδιά είναι ντυμένοι με τα πιο ζωηρόχρωμα ρούχα τους – οι άντρες φοράνε κεντημένα βελούδινα ή μεταξωτά γιλέκα, φανταχτερά Αλβανικά μαντήλια και καινούργια φέσια με ριχτές φούντες. Οι περισσότερες γυναίκες φοράνε ένα άλικο ή κίτρινο μαντήλι από ελαφρύ ύφασμα στο κεφάλι. Τα μαλλιά είναι πάντα χτενισμένα με ξεχωριστή φροντίδα και στερεωμένα με μεγάλες τσιμπίδες στολισμένες με χρυσάφι, ασήμι ή κοράλλι. Η μόνη περίπτωση κακογουστιάς είναι το να τραβάνε την προσοχή στα φαρδιά τους πέλματα και τους χοντρούς αστραγάλους με τρυπητές κάλτσες και σανδάλια. Αν και είναι κυρίως από τις χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις δεν υπάρχει τίποτα σαν φτώχεια ή κουρέλια. Οι γυναίκες ήταν σχεδόν όλες νέες και νομίζω δεν θα έπεφτα έξω αν έλεγα πως πέντε στις έξι ήταν γκαστρωμένες. Αυτό μόνο να πούμε για τον αέρα της Ζακύνθου, που είναι παροιμιωδώς ευνοϊκός για την αναπαραγωγή του είδους. Όλα γίνονται με ενθουσιασμό και καλή διάθεση, και σχεδόν καμία περίπτωση μέθης ή διαπληκτισμού δεν παρατηρείται, παρόλο που οι άντρες κάθε άλλο παρά διακρίνονται για την εγκράτεια τους. Το αντίθετο, καταναλώνουν μια τεράστια ποσότητα ντόπιου κρασιού. Κανείς να μην πει κακή κουβέντα για τις γιορτές των αγίων γιατί αυτό είναι ένα παράδειγμα της πραγματικής τους χρησιμότητας, το να δίνουν στους ανθρώπους την ευκαιρία για λίγη αθώα και υγιεινή ψυχαγωγία.

---------------------------------------------------------


* (Σημείωση του συγγραφέα) Μία εποχή του χρόνου μεγάλος αριθμός τρυγονιών επισκέπτονται αυτό το νησί και τα γειτονικά. Στους ντόπιους αρέσει να τα κυνηγάνε με ντουφέκι και τα σαρώνουν από τα δέντρα με πυκνά πυρά. Μεγάλος αριθμός πιάνεται επίσης με θηλιές , έτσι που η αγορά της Ζακύνθου κατακλύζεται από αυτά. Όσα δεν πουληθούνε ρίχνονται σε ένα βαρέλι με άρμη και διατηρούνται μέχρι να χρειαστούνε.

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2016

Καρναβάλι στη Ζάκυνθο γύρω στα 1840 – μέρος Α΄


Ζακυνθινή γύρω στα 1787

Στο δεύτερο τεύχος του Βρετανικού στρατιωτικού περιοδικού ‘United Services Magazine’ του 1843 δημοσιεύτηκε ένα ανώνυμο άρθρο με τίτλο ‘The Carnival’ (Το Καρναβάλι). Αν και ο συγγραφέας φαίνεται από τον τίτλο και την πρώτη μιάμιση σελίδα πως ασχολείται με τα καρναβάλια γενικότερα – το πως και γιατί δεν γίνονται στη χώρα του και το πως τα βλέπουν οι συμπατριώτες του – συνεχίζει γράφοντας αποκλειστικά για τη Ζάκυνθο και τους Ζακυνθινούς του καιρού του. Πολλά από αυτά είναι βέβαια τελείως υποκειμενικά – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στερούνται ενδιαφέροντος – αλλά περιέχονται επίσης πολλά στοιχεία και πληροφορίες που κάνουν το άρθρο αυτό ένα πολύτιμο ιστορικό ντοκουμέντο.

Ο συγγραφέας, πιθανότατα αξιωματικός του Βρετανικού στρατού, έζησε αρκετούς μήνες στη Ζάκυνθο και δίνει μια εικόνα της Ζακυνθινής κοινωνίας γύρω στα 1840, τέτοια που δεν μας έχουν συνηθίσει οι σύγχρονοι του Βρετανοί. Έτσι λοιπόν, παραλείποντας τις γενικότητες, σας μεταφέρω εδώ, σε μετάφραση δική μου, όσα αφορούν τη Ζάκυνθο.

Δεν πάνε πολλά χρόνια, γράφει, που ξεχειμώνιασα στο ‘Άνθος της Ανατολής’ – όπως αρέσκονται να καυχιούνται για τη Ζάκυνθο οι κάτοικοι της – και, κατά την ταπεινή μου κρίση, υπάρχουν πολύ χειρότερα μέρη για να κατασκηνώσει κανείς, ιδιαίτερα τα Καρναβάλια. Οι καλοί αυτοί άνθρωποι προσμένουν αυτή την περίοδο  με όχι μικρή ανυπομονησία. Και πολύ καλά κάνουν, επειδή τους αρέσει και ξέρουν να διασκεδάζουν. Στη Ζάκυνθο κανείς δεν πεινάει, ούτε ζητιανεύει, ενώ παράλληλα κανένας δεν σκοτώνεται στη δουλειά. Ο εργάτης ξεπλένει τα ψωμί και τον ταραμά του με μεγάλες γουλιές καλού ντόπιου κρασιού και εναλλάσσει τον ύπνο με τη δουλειά σε πολύ πρέπουσες αναλογίες. Ο κομψός βαρκάρης, με τη μέση του ζωσμένη με ένα ζωηρόχρωμο μεταξωτό ζωνάρι από τα Γιάννενα και το κόκκινο φέσι του φορεμένο με γούστο, σφυρίζει την αγαπημένη του άρια από την τελευταία όπερα. Από κάθε καφενείο και κρασοπουλειό βγαίνουν ήχοι ευθυμίας από τις ευάριθμες παρέες χαρτοπαιχτών που έχουν μαζευτεί εκεί. Αυτοί είναι οι πραγματικοί φιλόσοφοι. Οι έγνοιες δεν τους πνίγουν. Όσο για τα καλύτερα στρώματα – τα πλουσιότερα στρώματα θα έπρεπε να πω – χαλαρώνουν μετά τις δυσκολότερες δουλειές τους καθισμένοι στην Πλατεία με τσιμπούκι και καφέ.

Όταν επιτέλους η εποχή του ξεφαντώματος είχε μπει για τα καλά, οι άνθρωποι μου φαίνονταν μισότρελοι από ευχαρίστηση, και οι γυναίκες ήταν σίγουρα. Γιατί ήταν πραγματική γιορτή γι αυτές, που ήταν κλεισμένες μέσα τον υπόλοιπο χρόνο, είτε να σπάσουν τις αλυσίδες τους είτε να έχουν ένα είδος άδειας σε αυτές τις τρεις βδομάδες της ελευθερίας. Κάθε μέρα κατά το μεσημέρι οι δρόμοι και οι λεωφόροι που οδηγούν στην πόλη ζωντανεύουν από παρέες κατοίκων της υπαίθρου που έρχονται για γλέντι. Το κέντρο των εκδηλώσεων είναι η Πλατεία, η οποία, μαζί με τους δρόμους, είναι γεμάτη κυρίως θηλυκά, όλες μασκοφορεμένες και φορώντας ντόμινο ή μεταμφίεση, κατά το μεγαλύτερο μέρος πλάσματα μη-ελκυστικά πρέπει να ομολογηθεί – ένας άμορφος μπόγος από ρούχα που σέρνεται άχαρα. Γιατί είναι συνήθεια που επικρατεί εδώ οι γυναίκες να χώνουν τα πόδια τους σε στιβάνια, χωρίς να τις ενδιαφέρει το σχήμα ή το μέγεθος. Οι μάσκες επίσης είναι πράγματα πολύ αποκρουστικά – καμία σχέση με τα κομμάτια μαύρου μεταξιού ή βελούδου με άσπρη δαντέλα, αλλά χαρτονένιες προσωπίδες, βαμμένες μαύρες μέχρι την άκρη της μύτης και από κει και κάτω μια αδέξια απομίμηση προσώπου. Αυτή η παραμόρφωση αντισταθμίζεται μόνο από δύο αρκετά μεγάλα ανοίγματα, πίσω από τα οποία αστράφτει ένα ζευγάρι μάτια πού, όσον αφορά τη λάμψη, προκαλούν σε σύγκριση ολόκληρη την υφήλιο. Άνθρωποι ανώτεροι κοινωνικά προσπαθούν να αποφύγουν την αναγνώριση με το να ντύνονται με τα πιο κουρελιασμένα ρούχα ή την πιο αποκρουστική μεταμφίεση. Αν και η φωνή αλλοιώνεται σημαντικά όταν μιλάς πίσω από μάσκα, πολλοί δεν διακινδυνεύουν τη χρήση αυτού του ευλογημένου οργάνου, του τόσο ευνοημένου από το φύλο, έτσι που μόνο τα χέρια μπορεί να δώσουν μια ιδέα για την κατάσταση και ταυτότητα του ατόμου.

Το πιο συνηθισμένο ένδυμα είναι ένα μεγάλο άσπρο σεντόνι, ή άλλο περιτύλιγμα, που περιβάλλει ολόκληρο το σώμα, με ένα μαύρο δαντελένιο πέπλο ριγμένο πάνω από το κεφάλι. Το περιτύλιγμα επίσης περνάει πάνω από την κορυφή του κεφαλιού και δένεται κάτω από το σαγόνι εφαρμόζοντας στη μάσκα. Υπάρχουν μερικές που αφήνουν εκτεθειμένα τα μαλλιά τους (και είναι αλήθεια αμαρτία να αποκρύπτονται τέτοιες μεγαλειώδεις κόμες), ή που έχουν μόνο το πέπλο πάνω από το κεφάλι τους. Άλλες, που διαθέτουν συμμετρικό σώμα και λεπτή μέση, φοράνε κάποια εξεζητημένη ενδυμασία και πετάνε τα άβολα στιβάνια για να βάλουν σανδάλια ή καλοφτιαγμένα πάνινα μποτάκια. Αλλά μια τέτοια μπορεί συνήθως να καταγραφεί σαν ‘κοκέτα’, ‘εύκολη’ ή ‘του δρόμου’.  Σε καμία δεν λείπει ένα μπουκέτο, συνήθως διπλές βιολέτες και λεβάντα αλλά και η μυρτιά και τα τριαντάφυλλα είναι επίσης πολύ δημοφιλή. Πολλές κρατάνε μια βεντάλια και ένα σακουλάκι, ή μπομπονιέρα, με κουφέτα, τα οποία τρώγονται πολύ αυτή την εποχή. Απαιτείται ουκ ολίγη ικανότητα και εμπειρία για να αναγνωρίσει κανείς μια νεαρή γνωστή κάτω από κάποια τερατώδη περιβολή ή από την μορφή μιας απαίσια μασκοφορεμένης γριάς, που προχωράει κουτσαίνοντας με τη βοήθεια ενός μακριού ραβδιού με κεράτινη άκρη. Είναι επίσης πολύ διασκεδαστικό να παρατηρεί κανείς την τέχνη και την επιμονή της μιας πλευράς να αποκαλύψει κάποιο στοιχείο ταυτότητας, ενώ η άλλη πλευρά διατηρεί προκλητική αδιαφορία ή επιφυλακτικότητα. Το ωραίο φύλο, πρέπει να ομολογηθεί, διαθέτει διπλό πλεονέκτημα, στην ανωνυμία του αφενός, ενώ οι κύριοι είναι πάντα χωρίς μάσκα, και αφετέρου επειδή διαθέτουν μια θηλυκή σύντροφο για να μοιραστεί τα γέλια τους απέναντι σε έναν μπερδεμένο κύριο.

Είναι γεγονός πως στις Καρναβαλικές εκδηλώσεις της Ζακύνθου δεν υπάρχουν φανταστικά άρματα που να γεμίζουν τους δρόμους, δεν υπάρχουν πρίγκιπες και μεγάλοι άρχοντες να ενωθούν με το πλήθος, δεν υπάρχουν υπέροχες πομπές, ακριβές επιδείξεις ή δημόσιες γιορτές – γνήσιο κέφι όμως, ευθυμία και καλοσυνάτη σάτιρα υπάρχουν αρκετά για να ικανοποιήσουν τους συμμετέχοντες. Οι άνδρες των κατώτερων τάξεων σχηματίζουν ομάδες από τις πιο γελοίες καρικατούρες, κάνουν ότι σαχλαμάρα φανταστείτε, και παίζουν σάτιρες σχετικές με τα επαγγέλματα και τις τέχνες, όπως τους οδοντίατρους, τους δικηγόρους, τους γιατρούς, τις μαμές, τους στρατιώτες, τους ναύτες, τους ράφτες και τους μπαρμπέρηδες, κοροϊδεύοντας τα πάντα και τους πάντες.

Για τις γυναίκες όμως το μεγάλο θέλγητρο είναι το ‘Cavalchino’ ή χορός μεταμφιεσμένων. Εδώ είναι που διαπρέπουν ιδιαίτερα. Έχουν μια μανία για χορό, στον οποίο όλες οι τάξεις αριστεύουν, χάρη στο καλό τους αυτί και κάποια φυσική χάρη τρόπων και κίνησης. Αυτοί οι χοροί γίνονται δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα στη διάρκεια του Καρναβαλιού, στο θέατρο, μεταξύ 2 και 7 μμ. Περίεργη ώρα, για μας, αλλά η πιο βολική από πολλές απόψεις. Δεν εμποδίζει τις βραδινές παραστάσεις της όπερας. Οι ωραίες χωριατοπούλες μπορούν να έρθουν από την εξοχή και να βοηθήσουν να ‘ταρακουνηθεί το πάτωμα’. Τέλος, με το να γίνεται ο χορός στη μέση της μέρας, πεισματάρες και ανένδοτες κυρίες,  που μπορεί να είναι φορτωμένες με παράλογους συζύγους ή καχύποπτους κηδεμόνες, το βρίσκουν πιο εύκολο να παρακάμψουν την απαγόρευση και να παραβρεθούν.

Ακόμα και η προσωποποίηση της Τυραννίας δεν μπορεί να αρνηθεί μια αθώα μεσημεριανή βόλτα ανάμεσα στο πλήθος των μασκών της Πλατείας, και ύστερα η κυρία θα μπορούσε να ρίξει το φταίξιμο μόνο στη δική της αδεξιότητα αν η μεταμφίεση της δεν γινόταν διαβατήριο για το Cavalchino ή όπου αλλού η προτίμηση ή  οι ορέξεις της την οδηγήσουν. Σε αυτούς τους χορούς το αρσενικό φύλο γίνεται δεκτό μόνο χωρίς μάσκα και με εισιτήριο – φτιάχνεται ένας κατάλογος συνδρομητών για την περίοδο, έτσι εξασφαλίζεται ένας βαθμός αποκλειστικότητας, και τα έσοδα από τα εισιτήρια χρησιμοποιούνται για  να νοικιάσουν και να φωτίσουν το κτίριο. Σε όλα τα μασκοφορεμένα θηλυκά όμως επιτρέπεται η είσοδος χωρίς διακρίσεις. Και αυτό, όσο περίεργο και αν φαίνεται, ενθαρρύνει τις ανώτερες τάξεις να προσέλθουν επειδή αυξάνει τη δυσκολία αναγνώρισης. Όσο για το μειονέκτημα του να έρθει κανείς σε επαφή με ανάρμοστους χαρακτήρες, φαίνεται ότι δεν προβληματίζει επειδή η μάσκα είναι καθολικός ισοπεδωτής: εξισώνει όλες τις κοινωνικές θέσεις και υπολήψεις, ενώ, με την προστασία που παρέχει, θεωρείται εξίσου ιερή από ευγενείς και πληβείους.

Σου παρουσιάζεται μια πραγματικά εκθαμβωτική και συναρπαστική σκηνή καθώς περνάς από το φως της μέρας και την απαλή λιακάδα στο ημίφως του προθαλάμου του θεάτρου, και από κει στο λαμπρά φωτισμένο εσωτερικό – ο εκκωφαντικός ήχος της μουσικής εκρήγνυται – το βουητό των φωνών – το πλήθος από μάσκαρες που σχεδόν αποκλείουν την είσοδο, κατακλύζουν το χώρο μπροστά στη σκηνή (τα έδρανα της ορχήστρας είχαν απομακρυνθεί για την ώρα), τη σκηνή σε όλο το βάθος και τα χαμηλότερα θεωρεία. Τα καθίσματα που έχουν τοποθετηθεί κατά μήκος των πλευρών είναι όλα πιασμένα από μάσκαρες. Μέσα σε αυτό τον κύκλο φαίνεται πως έχει εισχωρήσει ένα ρεύμα όρθιων – αέρινα ντόμινα σε άσπρο και μαύρο – καλοντυμένες φιγούρες σε χρυσοκέντητα και μεταξωτά – άλλες σε κουβέρτες και τραπεζομάντηλα – οι ενδυμασίες της Αλβανίας, της Πάργας και της Αγίας Μαύρας ανακατεμένες με τα συνηθισμένα ρούχα των ντόπιων. Ο εσωτερικός χώρος είναι πιασμένος από τους χορευτές, οι οποίοι, πενήντα ή εξήντα τον αριθμό, χορεύουν μετά μανίας καντρίλιες ή βαλς. Όσο για το τελευταίο είναι ατελείωτο, ή θα ήταν αν ήταν ακούραστοι οι μουσικοί. Στην πρώτη περίπτωση μπορεί να ακούσετε ένα καβαλιέρο σε κάθε τετράδα να ανακοινώνει τη φιγούρα (γιατί κάθε μία χορεύει τη δική της) και η ποικιλία περιορίζεται μόνο από το γούστο και την επινοητικότητα του προσωρινού διευθυντή του χορού. Οι πιο απαιτητικές από τις κυρίες είναι σίγουρο πως θα βρουν κάποια γνωριμία και θα εξασφαλίσουν ένα κατάλληλο καβαλιέρο. Πόσες όμως έρχονται όχι για να χορέψουν αλλά για να κουβεντιάσουν, να κανονίσουν δουλειές, ή να κατασκοπεύσουν το σύζυγο, τον εραστή ή την αντίζηλο τους!

Πόσα πράγματα πέφτουν στην αντίληψη ενός ήσυχου, παρατηρητικού θεατή! Οι ανησυχίες και η  ανυπομονησία μερικών, οι φόβοι άλλων. Εδώ μια χαρούμενη αναγνώριση – εκεί μια περιφρονητική απώθηση. Απροκάλυπτες ερωτοτροπίες, κρυφό σφίξιμο των χεριών και πλέξιμο των δαχτύλων, ψίθυροι, διαμαρτυρίες, και παρακλήσεις, στα Ελληνικά, στα Γαλλικά, και στα Ιταλικά. Το πάθος της μιας και η αδιαφορία μιας άλλης. Οι ζήλειες και οι τσακωμοί ανάμεσα στις γυναίκες: εδώ ένα μπουκέτο προσφέρθηκε και έγινε δεκτό, και μέσα σε μία στιγμή μια εξαγριωμένη αντίζηλος το έχει κιόλας αρπάξει και λιώσει κάτω από το τακούνι της. Πόσα τετ α τετ έχουν διακοπεί απότομα; Πόσες εμπιστευτικές συνομιλίες έχουν ακουστεί από αυτιά που δεν έπρεπε; Όλα αυτά, και πολύ περισσότερα, γίνονται, για τα οποία η περιγραφή μόνο μια πολύ αμυδρή ιδέα μπορεί να δώσει. Αλλά τώρα πλησιάζει το τέλος του χορού, το φως της μέρας ξεθωριάζει. Σημάδια αναγνώρισης στο επόμενο Cavalchino υποδεικνύονται και όλοι τραβάνε προς τα σπίτια τους, χαρούμενοι ή στενοχωρημένοι, θυμωμένοι ή θριαμβευτές, με την υποψία σβησμένη ή επιβεβαιωμένη πέρα από κάθε αμφιβολία, ελπίζοντας ή απελπισμένοι.



Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2016

Συμπτωματικός αντιπαραλληλισμός 2016


Ώρα τρεισήμιση το απόγευμα στην Πλατεία Τραφάλγκαρ του Λονδίνου και σουρούπωνε κιόλας. Ψιλόβρεχε. Η γυναίκα μου και εγώ είχαμε δώσει ραντεβού με την κουμπάρα μας από την Αθήνα κάτω από το πανύψηλο χριστουγεννιάτικο δέντρο, που χαρίζει κάθε χρόνο η Νορβηγία στη Μεγάλη Βρετανία. Στο λεγόμενο τέταρτο βάθρο της πλατείας πήρε το μάτι μου το σκελετό του αλόγου. Αυτό το τέταρτο βάθρο φτιάχτηκε το 1841 σαν βάση για έφιππο ανδριάντα του βασιλιά Γουλιέλμου Δ΄ αλλά ο ανδριάντας δεν φτιάχτηκε ποτέ. Τα τελευταία χρόνια στο βάθρο εναλλάσσονται κάθε ενάμιση χρόνο έργα σύγχρονης τέχνης. Στα υπόλοιπα τρία στέκονται οι στρατηγοί Χάβελοκ και Νάπιερ, και ο βασιλιάς Γεώργιος Δ΄, πάνω σε άλογο και ντυμένος Ρωμαίος.

Ο σκελετός του αλόγου έχει στο στήθος του κορδέλα, που προβάλλει ηλεκτρονικά τις τελευταίες τιμές του Χρηματιστηρίου του Λονδίνου. Χαρισμένο Άλογο λέγεται το έργο και είναι πραγματικά δώρο του Χρηματιστηρίου. Τα δόντια του φαίνονται, χωρίς να χρειαστεί να του ανοίξει κανείς το στόμα, σκελετός γαρ. Το αν τα κοίταξε ο Δήμαρχος του Λονδίνου δεν το γνωρίζω, πάντως τα αποκαλυπτήρια του γίνανε τον περασμένο Μάρτιο.

‘Βγάλε φωτογραφία το άλογο,’ είπα στη γυναίκα μου, ‘να φαίνεται και ο Νέλσον’. Όχι πως έχω αδυναμία στο θριαμβευτή της Ναυμαχίας του Τραφάλγκαρ. Μάλλον τον λυπάμαι έτσι που κατάντησε, στυλίτης στην κορφή της θεόρατης κολόνας, να τον φυλάνε κάτι υπερφυσικών διαστάσεων λιοντάρια μην τολμήσει να κατεβεί. Αφού όμως μιλάμε για χαρίσματα ας θυμηθούμε πως του είχανε κάμει δώρα οι Ζακυνθινοί – όχι βέβαια όλοι αλλά έτσι του είχανε πει: ένα ξίφος με χρυσή διαμαντοστόλιστη λαβή και μία κομψή ράβδο, δηλαδή μπαστούνι, με επίσης χρυσή λαβή, στολισμένη με διαμάντια. Ο λόγος ήταν η περιφανής νίκη του στο Νείλο απέναντι στους άθεους Γάλλους Καρμανιόλους. Είχε έτσι αρμενίσει ανεμπόδιστος στο Τζάντε ο Ρώσος ναύαρχος Φιοντόρ Ουσακώφ, με Ρώσικα και Τούρκικα καράβια, να σώσει την ντόπια νομπιλιτά από τη Γαλλική πανούκλα. Μιας και το ’φερε η κουβέντα, το σπαθί έχει πλέον χαθεί αλλά το ραβδί πουλήθηκε σε δημοπρασία στο Sothebys πριν από μια δεκαετία για 220 000 λίρες. Και επειδή ξέρω πως η περιέργεια μερικών από σας δεν έχει όρια, ορίστε και φωτογραφία του από τον οίκο δημοπρασιών.



Ζήτησα από τη γυναίκα μου να βγάλει το σκελετό φωτογραφία γιατί μου θύμισε πως και στη Ζάκυνθο την τελευταία διετία χαρίστηκαν κάποια αγάλματα. Τρείς μέρες νωρίτερα, παραμονή Πρωτοχρονιάς, ένας παλιός, πολύ αγαπητός φίλος μου είχε στείλει πρόσφατη φωτογραφία του ενός, έτσι όπως τη βλέπετε παρακάτω. Επειδή λίγο μετά τα αποκαλυπτήρια του το Σεπτέμβριο του 2014, από την χαρίεσσα τότε υπουργό Τουρισμού, περιτριγυρίστηκε, όπως και ολόκληρη η Πλατεία Σολωμού, από δίμετρους τσίγκους και παρέμεινε μέχρι πρόσφατα αθέατο και ξεχασμένο, να εξηγήσω πως πρόκειται για άγαλμα εμπνευσμένο από το έργο του πατέρα της Ανατομίας Ανδρέα Βεσάλιου.


Το άλλο άγαλμα που μας χαρίστηκε ήταν μια μπρούτζινη προτομή του μεγάλου Κινέζου φιλόσοφου Κομφούκιου. Το στόμα του είναι ερμητικά κλειστό, έτσι δεν μπορούσαμε να δούμε τα δόντια του. Στήθηκε πάραυτα στην παραλία, στο πλάτωμα του Αγίου Λουκά. Επειδή υποψιάζομαι πως πρέπει να είναι ένα από τουλάχιστον δύο χιλιάδες αυθεντικά αντίγραφα, θα ήταν ενδιαφέρον να μαθαίναμε που αλλού έχει χαρίσει τέτοια η αδελφή Κινεζική επαρχία Σαντόνγκ. Να βρούμε δηλαδή, με πόσες εκατοντάδες πόλεις και επαρχίες της υφηλίου μας μας ενώνουν αδελφικοί Κομφουκιανοί δεσμοί. Να φτιάξουμε μια παγκόσμια αδελφότητα με όλες αυτές βρε αδελφέ. Όλο και κανένα τουρίστα θα προσελκύσουμε ... Να ζητήσουμε από τους Κινέζους και μια προτομή του Μεγάλου Τιμονιέρη, του Μάο. Πρέπει να υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες αυθεντικά αντίγραφα, κάποιο θα τους περισσεύει. Έχουμε έτοιμη κατάλληλη τοποθεσία να τη στήσουμε, τον ... Κόκκινο Βράχο. Εναλλακτικά στην Τσίμα του Πόρτου με ένα μεγάλο πηδάλιο.

Το μνημείο για το Βεσάλιο πάντως το κοιτάξαμε στα δόντια, περιέχει βλέπετε νεκροκεφαλή, και για πολλούς και διάφορους λόγους φούντωσε μεγάλη αντίδραση από πολλούς. Πρώτα απ’ όλα, στο μικρό διάστημα που μπορούσε κανείς να το προσεγγίσει το Σεπτέμβριο του 2014, οι Ρώσοι τουρίστες κάνανε ουρά μπροστά του για να φωτογραφηθούνε. Αντίθετα οι μόνες ουρές που κάνανε κοντά στην προτομή του όψιμου Αγίου Φιοντόρ Ουσακώφ ήτανε για ταξί και λεωφορεία. Τέτοια ασέβεια και περιφρόνηση στο πρόσωπο Ορθόδοξου αγίου, και μάλιστα αγίου στον οποίο υποτίθεται πως χρωστάμε ευγνωμοσύνη, δεν χωνεύεται εύκολα.

Ύστερα, εκτός από νεκροκεφαλή το άγαλμα περιέχει ανδρικό μόριο, δηλαδή πουλού στο τοπικό ιδίωμα. Που; Στη μεγαλύτερη πλατεία της Χώρας, σαράντα μόλις μέτρα από τον ανδριάντα του Σολωμού.  Φρίκη! Που νομίσανε πως ζούμε; Στην κλασσική αρχαιότητα ή στην Αναγέννηση; Ούτε οι αθεόφοβοι οι Λονδρέζοι δεν βάλανε πουλού στην Πλατεία Τραφάλγκαρ. Δηλαδή βάλανε αλλά με εύσχημο τρόπο, αλληγορικά. Βάλανε ένα γαλάζιο κόκορα, που λέγεται στη γλώσσα τους ‘μπλου κοκ’, που σημαίνει και πουλού μπλάβη. Για να καταλάβετε τι εννοώ δείτε τη φωτογραφία από το BBC.


Ε, μετά από τόσους ‘–ισμούς’ που ανακαλύψαμε εμείς οι Έλληνες ανακαλύψανε και οι Άγγλοι έναν, τον πουριτανισμό. Τι να μας πούνε τώρα κι αυτοί; Έχουνε ιδέα τι συνάδει με την τοπική τους αρχιτεκτονική; Βάλανε το σκελετό του αλόγου, σε λίγο θα βάλουνε και γαϊδουροκεφαλή. Όταν εμείς γράφαμε Ύμνους στην Ελευθερία αυτοί είχανε σκλαβώσει το μισό πλανήτη. Εμείς είμαστε απόγονοι ευπατρίδων, όχι ανθρακωρύχων. Το ότι και οι τρεις μεγάλοι μας ποιητές εγκατέλειψαν τη Ζάκυνθο, και οι δύο από τους τρεις πέθαναν στην Αγγλία, είναι ατυχέστατη σύμπτωση. Σιγά μην ξέρουνε οι Λονδρέζοι τι τους γίνεται. Δείτε τι βάλανε στο τέταρτο βάθρο πριν λίγα χρόνια, μια ανάπηρη γυναίκα σε προχωρημένη εγκυμοσύνη.



Όχι κύριοι, η Ζάκυνθος δεν θα ακολουθήσει αυτό το δρόμο. Οι Ζακυνθινοί ξέρουνε πολύ καλά τι ταιριάζει στον τόπο τους και μαθαίνω πως έχει ήδη παρθεί η απόφαση το μνημείο του Βεσάλιου να απομακρυνθεί, όχι μόνο από την Πλατεία Σολωμού αλλά και από τη Χώρα – να κρυφτεί στο νοσοκομείο, στο Γαϊτάνι. Ας είναι ευχαριστημένοι οι Βέλγοι δωρητές που δεν θα καταλήξει στο Λαγανά, να του φοράνε προφυλακτικά οι μεθυσμένοι έφηβοι μέχρι να κλαπεί για παλιοσίδερα να ησυχάσουμε.

Εγώ τους τα είχα πει το φθινόπωρο του 2013 στην Αμβέρσα. Θέλανε να τοποθετηθεί στη Στήλη των Πεσόντων. Τους εξήγησα γιατί δεν γινόταν αυτό και το καταλάβανε. Τότε ρωτήσανε αν θα μπορούσε να μπει στην Πλατεία Σολωμού. Γνωρίζοντας τη Ζάκυνθο και τους Ζακυνθινούς τους είπα ότι δεν είναι καλή ιδέα και αντιπρότεινα να μπει στη θέση της προτομής του Βεσάλιου, πίσω από τον ΟΤΕ. Η προτομή θα μπορούσε να μεταφερθεί στο νοσοκομείο ή κοντά στη θέση της Σάντα Μαρίας. Συμφώνησαν με αυτή την ιδέα. Την άνοιξη του 2014 στη Ζάκυνθο πληροφορήθηκα έκπληκτος ότι θα έμπαινε στην πλατεία και το θέμα είχε κλείσει. Έλα όμως που όπως αποδεικνύεται δεν είχε κλείσει ...


Γνωρίζουμε πολύ καλά εμείς οι Ζακυνθινοί πως ο χρυσός αιώνας του νησιού μας ήταν ο 19ος. Το ότι κουμάντο στη Ζάκυνθο για πάνω από το ήμισυ του αιώνα κάνανε οι Άγγλοι είναι και αυτό ατυχέστατη σύμπτωση. Οι Άγγλοι άλλωστε, απ’ ότι φαίνεται, έχουν μια ροπή προς τη συμφιλίωση με τον 21ο αιώνα. Εμείς επιμένουμε, και θα επιμένουμε, στο 19ο. Μας είχε μπει ο αιώνας εκείνος με την ευλογία του Αγίου Φιοντόρ Ουσακώφ και συνολικά μας πήγε καλά. Βοήθεια σας λοιπόν ο Άγιος Φιοντόρ ο Ρώσος και το 2016 θα είναι Καλή Χρονιά! Εξάλλου, με τα μυαλά που κουβαλάμε, η μοίρα μας είναι προδιαγεγραμμένη. Και φαίνεται, εδώ και πολλά χρόνια.



Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

Μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης

Εντελώς φανταστική απεικόνιση της Μονής των Στροφάδων, Jacob Enderlin, Archipelagus Turbatus, Άουγκσμπουργκ 1686, σ 44.

Η ιστορία της Μονής των Στροφάδων χάνεται στα βάθη του Μεσαίωνα. Σύμφωνα με την παράδοση – μη επιβεβαιωμένη και πολύ προβληματική ιστορικά – το μοναστήρι ιδρύθηκε από τον Θεόδωρο Α΄ Λάσκαρη, Αυτοκράτορα της Νίκαιας, που βασίλεψε από το 1205 μέχρι το 1222. Τα παλαιότερα μέχρι τώρα ιστορικά στοιχεία δείχνουν πως το μοναστήρι ανήκε στην Καθολική Εκκλησία κατά την εκπνοή του 13ου αιώνα και τις αρχές του 14ου (1). Πιστεύεται πάντως – χωρίς στοιχεία αλλά όχι και χωρίς δικαιολογία – ότι η μονή προϋπήρχε της Φραγκοκρατίας και ήταν τότε Ορθόδοξη. Κάποια στιγμή δηλαδή, είτε μετά την κατάληψη της Ζακύνθου από το διαβόητο κουρσάρο Μαργαριτώνη το 1185 όταν τη νησί πέρασε στην κυριαρχία των Δυτικών, είτε, ακόμα πιθανότερο, μετά την κατάληψη του Μοριά από τους Φράγκους το 1205, οι Ορθόδοξοι αποβλήθηκαν και εγκαταστάθηκαν εκεί Βενεδικτίνοι.

Αυτό μάλλον δεν ήταν αποτέλεσμα ούτε μόνο της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας της εποχής εκείνης ούτε απλά της Λατινικής απληστίας όπως σε πάμπολλες άλλες περιπτώσεις. Τα Στροφάδια βρίσκονταν ακριβώς πάνω στη ρότα των καραβιών που έπλεαν όχι μόνο από και προς τους Αγίους Τόπους αλλά και τις νέες σημαντικότατες κατακτήσεις των Δυτικών όπως η Κωνσταντινούπολη και η Θεσσαλονίκη. Αν οι νησίδες αφήνονταν στα χέρια εχθρικά διακείμενων μοναχών, όχι μόνο δεν θα υποβοηθούνταν η Δυτική ναυτιλία αλλά θα μπορούσαν και να αποτελέσουν ορμητήριο επιδρομών με καταστροφικά αποτελέσματα.

Παρόλα αυτά, στις αρχές του 15ου αιώνα η μονή ήταν, τελειωτικά πια, Ορθόδοξη (2), δείχνοντας πως οι Δυτικοί βρήκαν πολύ βαριά την καλογερική σε αυτές τις ειδυλλιακές αλλά απομονωμένες και, εκείνη την εποχή, εξαιρετικά επικίνδυνες νησίδες. Άλλωστε το τελευταίο προπύργιο των Σταυροφόρων στους Αγίους Τόπους, η Άκρα, είχε κατακτηθεί από τους Μαμελούκους το 1291. Οι Βυζαντινοί είχαν ξαναπάρει τη Θεσσαλονίκη το 1246 και την Κωνσταντινούπολη το 1261. Η αντιπαράθεση μεταξύ Καθολικών και Ορθοδόξων ηγεμόνων στην Ελλάδα είχε γενικώτερα υποβιβαστεί στο επίπεδο τοπικών διενέξεων. Συνεπώς είχε μειωθεί σε κάποιο βαθμό και η στρατηγική σημασία των Στροφάδων.  Έτσι φαίνεται πως, άγνωστο πότε ακριβώς, στη διάρκεια του 14ου αιώνα, μεσούσης της Φραγκοκρατίας, οι Βενεδικτίνοι τις εγκατέλειψαν και αντικαταστάθηκαν από Ορθόδοξους.

Σήμερα μετακινείται ο ορίζοντας των γνώσεων μας για τα μεσαιωνικά Στροφάδια κατά 76 χρόνια – από το 1299 στο 1223 – με τη δημοσίευση εδώ ενός άγνωστου στους μελετητές της ιστορίας της μονής, και του παλιότερου μέχρι τώρα, χειροπιαστού στοιχείου. Πρόκειται για μια παπική βούλα – δηλαδή ένα επίσημο έγγραφο, στο οποίο ο ποντίφικας αναφέρεται στον εαυτό του σαν Episcopus, Servus Servorum Dei, που σημαίνει ‘Επίσκοπος, Δούλος των Δούλων του Θεού’ – του Ονωρίου Γ΄ με την οποία παραχωρεί γενική φοροαπαλλαγή στη Μονή των Στροφάδων (3):

Προς τους ερημίτες της Νήσου Στροφάδια μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης.

Ονώριος, Επίσκοπος, Δούλος των δούλων του Θεού, στον Ηγούμενο και τους Αδελφούς της Νήσου Στροφάδια, χαιρετισμούς και Αποστολική Ευλογία. Το θρησκευτικό σας έλεος και η θρησκευτική σας ευσέβεια δικαιούται την ανταμοιβή μιας αγαθής ευεργεσίας και την απολαβή της προστασίας μας. Όπως γνωρίζουμε από τις μαρτυρίες πολλών, ζείτε σαν ερημίτες μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης, έτοιμοι να προσφέρετε την κατάλληλη βοήθεια στους ναυτικούς και προσεύχεστε για τις ψυχές των ναυαγών, προσφέροντας δωρεάν φιλανθρωπικές υπηρεσίες στους φτωχούς με τρόφιμα παρασκευασμένα με αγάπη με τα ίδια σας τα χέρια. Γι αυτό, απαντώντας στις αφοσιωμένες προσευχές σας αποφασίσαμε να σας απαλλάξουμε από την υποχρέωση υποστήριξης των Αγίων Τόπων, προβλέποντας ότι από τα κέρδη της εργασία σας και της περιουσίας σας στο νησί Στροφάδια κανένας δεν μπορεί να απαιτήσει την δεκάτη, ούτε άλλα που οι πιστοί είναι υποχρεωμένοι να παραχωρούν σε ένα επίσκοπο ή σε άλλους. Απολύτως κανένας.

5 Ιουλίου 1223.’

Το έγγραφο αυτό, από τα αρχεία του Βατικανού, δημοσιεύτηκε στο βιβλίο Regesti dei Romani pontefici della Calabria, του μονσινιόρ Domenico Taccone-Gallucci, που εκδόθηκε στη Ρώμη το 1902, στη σελίδα 137. Ο συγγραφέας δεν γνώριζε ότι ‘Strofaria’ – όπως αποκαλούνται τα Στροφάδια στο έγγραφο – για την Καθολική Εκκλησία του Μεσαίωνα ήταν τα Στροφάδια (4). Δεν είχε ιδέα ποιό ήταν το μοναστήρι στο οποίο αναφερόταν. Πίστεψε όμως ότι ο Ονώριος κυριολεκτούσε όταν έγραφε για θέση μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης, όχι ότι  παρομοίωνε την επικίνδυνη θέση των Στροφάδων. Υπέθεσε ότι το μοναστήρι βρισκόταν  εκεί που τοποθετούνταν τα μυθολογικά τέρατα Σκύλλα και Χάρυβδη, δηλαδή στα στενά μεταξύ Ιταλίας και Σικελίας, όπου όμως δεν υπάρχει κανένα νησί. Πιο συγκεκριμένα πίστευε πως το μοναστήρι είχε υπάρξει σε μια μικρή χερσόνησο κοντά στην πόλη Σκύλλα (Scilla) της Καλαβρίας. Έτσι, για καλή μας τύχη, περιέλαβε το έγγραφο στο βιβλίο του.

Νομίζω ότι η σπουδαιότητα του εγγράφου δεν περιορίζεται μόνο στο ότι είναι το παλαιότερο ντοκουμέντο για τα Στροφάδια. Όπως παρατηρεί και ο συγγραφέας (5), σημαίνει ότι ο συγκεκριμένος πάπας είχε πάρει τα Στροφάδια υπό την προστασία του. Στο τέλος όμως του αιώνα, όταν όπως είπαμε η σημασία των Στροφάδων είχε μειωθεί, η παπική προστασία είχε ξεχαστεί και το μοναστήρι φαίνεται πως ήταν αναγκασμένο να πληρώνει και πάλι φόρους (6). Αυτό πιθανότατα συνέβαλε στην όξυνση των προβλημάτων που οδήγησαν στην εγκατάλειψη του από τους Βενεδικτίνους.

 Ένα άλλο σημείο είναι ότι γράφτηκε ένα μόλις χρόνο μετά το θάνατο του κατά παράδοση ιδρυτή της μονής, του Θεοδώρου Α΄ Λάσκαρη, και φαίνεται από τη διατύπωση του εγγράφου πως ήταν στα χέρια των Καθολικών από μερικά τουλάχιστον χρόνια νωρίτερα. Προσφέρει έτσι μια πιθανή εξήγηση του πως δημιουργήθηκε η περί Λάσκαρη παράδοση. Ίσως η χρονολογία κατά την οποία το μοναστήρι πέρασε στα χέρια των Καθολικών είχε φτάσει ως τους Ορθοδόξους, οι οποίοι τους διαδέχτηκαν εκατό ή εκατόν πενήντα χρόνια αργότερα, σαν χρονολογία ίδρυσης. Αυτοί με τη σειρά τους σε κάποια στιγμή το συνέδεσαν με τον Βυζαντινό αυτοκράτορα που βασίλευε τότε.

Ένα τελευταίο σημείο στο οποίο αξίζει νομίζω να σταθούμε είναι πως η φοροαπαλλαγή που παραχωρήθηκε ήταν ολική. Δεν περιοριζόταν στην απαλλαγή από τη δεκάτη, που τα μοναστήρια συνήθως πλήρωναν στους επισκόπους, και την ενίσχυση των Αγίων Τόπων, ένα φόρο που είχε τεθεί σε ισχύ το 1199. Ο Ονώριος απάλλαξε τα Στροφάδια και από οποιαδήποτε άλλη υποχρέωση, με παντελή αδιαφορία για τα πιθανά δικαιώματα κτητόρων και αρχόντων ή ηγεμόνων. Αυτό ίσως είναι μια ακόμη ένδειξη που ενισχύει την υπόθεση που είχα κάνει πριν μερικά χρόνια, με βάση τις επιστολές του Βονιφάτιου Η΄το 1299 και του Κλήμεντος Ε΄ το 1306, ότι η Ρώμη εξασκούσε εκτός από εκκλησιαστική και κοσμική εξουσία στα Στροφάδια (7). Ότι αποτελούσαν δηλαδή οι νησίδες κτήση του παπικού κράτους, είτε άμεσα είτε έμμεσα.

-------------------------------------------------------------------------- 
1)  http://pampalaia.blogspot.co.uk/2011/09/blog-post_11.html

2)  http://pampalaia.blogspot.co.uk/2011/09/blog-post_15.html

3)  Pro Eremitis Insulae Strofariae inter Syllam et Carybdim.
Honorius Episcopus, Servus servorum Dei, Priori et Fratribus de Insula Strofaria, salutem et Apostolicam Benedictionem, — Religiosae pietatis et piae religionis vestrae promeretur honestas, ut vos favore benevolo prosequentes, vobis gratiam impendamus, qui, sicut ex testimonio multorum accepimus, inter Syllam et Carybdim eremiticam vitam ducentes, navigantibus solatia et naufragantibus suffragia impenditis opportuna, exponendo eis gratuito pietatis officia, quae de manuum vestrarum laboribus ad pauperem victum vestrum anxie praeparatis. Hinc est quod devotionis vestrae precibus inclinati, vos a praestatione vicissim quae a vobis exigitur pro subsidio Terrae Sanctae duximus absolvendos, vobis nihilominus indulgentes ut laborum vestrorum de possessionibus, quae intra Insulam de Strofaria habetis, nullus a vobis decimas exigere vel extorquere praesumat, nec de his quae vobis a fidelibus in eleemosynam erogantur alicui Episcopo vel alii compellamini aliquam partem dare. Nulli ergo etc, -  Datum Signiae, tertio non. Iulii, Pontificatus Nostri anno septimo.’

4)  Έτσι αναφέρονται τα Στροφάδια σε επιστολή του Κλήμεντος Ε΄ το 1306. Και εκείνη η επιστολή έχει δημιουργήσει παρεξήγηση λόγω γραφικού λάθους (γράφτηκε Cephaluden[sis] αντί Cephalonien[sis]), που οδήγησε τους μελετητές να πιστεύουν πως η Μονή των Στροφάδων υπαγόταν στην Επισκοπή Κεφαλού της Σικελίας αντί για την Επισκοπή Κεφαλληνίας και Ζακύνθου (βλέπε 1).

5)  Regesti dei Romani pontefici della Calabriaσελ. 342.


6)  Διονύσιος Μούσουρας, Αι μοναί Στροφάδων και Αγίου Γεωργίου των Κρημνών Ζακύνθου, Αθήνα 2003, σ. 40.


7)  Βλέπε 1 και 2. 
Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία από το http://pampalaia.blogspot.com/ χορηγείται με άδειαCreative Commons Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 3.0 Μη εισαγόμενο .